Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Αναφορά στο έθιμο του Χριστουγεννιάτικου δένδρου

Ο στολισμός του δένδρου της 25ης Δεκεμβρίου (της εορτής της Γεννήσεως του Χριστού, στο Χριστιανικό εορτολόγιο), δεν είναι σύγχρονο έθιμο, αλλά μας έρχεται από τα βάθη των αιώνων.
Δένδρο στόλιζαν πάντοτε, από αρχαιοτάτων χρόνων, όλοι οι λαοί, το Δεκέμβριο, τις ημέρες που για άλλους άρχιζε το Χειμερινό Ηλιοστάσιο και για άλλους το Νέο έτος τους.
Τι είναι όμως το Χειμερινό Ηλιοστάσιο;


Η ετήσια πορεία του Ήλιου στον ουράνιο θόλο χαράζεται σε ορισμένους αστερισμούς (Κριού, Ταύρου, Διδύμων, Καρκίνου, Λέοντος, Παρθένου, Ζυγού, Σκορπιού, Τοξότη, Αιγόκερω, Υδροχόου και Ιχθύων) όπως πολλοί γνωρίζουμε, οι οποίοι σκιαγραφούν τον Ζωδιακό Κύκλο.



Ο Ζωδιακός κύκλος δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τον Ισημερινό της Γης αλλά σχηματίζει με αυτόν γωνία 23 μοιρών και 27΄ πρώτων λεπτών. Αυτός είναι ο λόγος που στην Γη μας έχουμε τις τέσσερις εποχές του χρόνου.
Στις ημέρες κατά τις οποίες λαμβάνουν χώραν οι Ισημερίες, ο Ήλιος ανατέλλει επάνω στην γραμμή του Ισημερινού.
Στις 21 Μαρτίου, στην Εαρινή Ισημερία, ο Ήλιος βρίσκεται στην Ο μοίρα του Κριού και στις 21 Σεπτεμβρίου, στην Φθινοπωρινή Ισημερία, αντίστοιχα στην Ο μοίρα του Ζυγού. Αυτές τις συγκεκριμένες ημέρες έχουμε στην Γη μας τις ώρες της ημέρας ίσες με τις ώρες της νύχτας, δηλαδή 12 ώρες ακριβώς ημέρα και 12 ώρες ακριβώς νύχτα.
Από την γραμμή του Ισημερινού στις 21 Μαρτίου ο Ήλιος αρχίζει καθημερινά να ανέρχεται στο Βόρειο Ημισφαίριο και φτάνει στο Περιήλιό(*) του, πάνω από τον Τροπικό του Καρκίνου, στις 22 Ιουνίου, στην Ο μοίρα του Καρκίνου, οπότε έχουμε το Θερινό Ηλιοστάσιο, στο οποίο η ημέρα είναι η μεγαλύτερη της χρονιάς με διαφορά από την νύχτα περίπου 2 ωρών και 29΄πρώτων λεπτών.
Στις 21 Σεπτεμβρίου μετά την Φθινοπωρινή Ισημερία, ο Ήλιος κατεβαίνει από τον Ισημερινό στο Νότιο Ημισφαίριο φτάνοντας στο Αφήλιό(*) του στις 22 Δεκεμβρίου, στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο, πάνω από τον Τροπικό του Αιγόκερω στην Ο μοίρα του ζωδίου του, οπότε έχουμε την μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, με την ίδια ακριβώς διαφορά των 2 ωρών και 29΄ λεπτών.
Η 22α Δεκεμβρίου λοιπόν είναι η ημέρα κατά την οποία ο Ήλιος αρχίζει να ανέρχεται προς την γραμμή του Ισημερινού και αφού την υπερβεί ανεβαίνει πάλι στο Βόρειο Ημισφαίριο.

Για τους Αρχαίους Έλληνες, το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, ήταν η εποχή που ο Διόνυσος ασκούσε, πλέον, την κυριαρχία του στο Μαντείο των Δελφών και ο Απόλλων είχε ανέλθει στην χώρα των Υπερβορείων.
Αυτή ήταν η αιτία του στολισμού του δένδρου, στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο, γιατί συμβόλιζε, με την αύξηση του ηλιακού φωτός, την έναρξη της αναγεννήσεως της φύσεως και την αθανασία της ψυχής.
Τα φώτα και τα στολίδια που του έβαζαν και που συνεχίζουμε να του βάζουμε και σήμερα φανερώνουν την ψυχή του κόσμου, αλλά και τον Ήλιο, την Σελήνη και τα άστρα που λάμπουν επάνω στον ουρανό καθώς και την πνευματικότητα που υπάρχει μέσα μας, μεταφορικά.
Άλλοι θεωρούσαν ότι ήταν το δένδρο «της γνώσεως του καλού και του κακού» του Παραδείσου, των φώτων και των δώρων που επιθυμούμε να μας φέρει το ξεκίνημα της αναγεννήσεως της φύσεως, γιατί μετά την 2 Δεκεμβρίου η ημέρα παίρνει ένα πρώτο λεπτό, καθημερινά, και αυξάνεται, σταδιακά, όπως ανέφερα, το Ηλιακό Φως.
Δέντρο στόλιζαν, την ίδια ημερομηνία, επίσης, για τη λατρεία του Άττιος και της Κυβέλης, στην Φρυγία μετά από


                        Κυβέλη και Άττις                        
το χρησμό ο οποίος έλεγε ότι, για να πάψει η θανατηφόρος νόσος, έπρεπε να θάψουν το σώμα του Άττιος και να τιμήσουν την Κυβέλη σαν Θεά (1) και της Αταργάτιδος (2)

Ατάργατις
στη Συρία, για να την τιμήσουν επειδή την έπνιξε ο Μόψος, ο βασιλιάς των Λυδών στην λίμνη Γάτιδα με τον γυιο της, ο οποίος ονομαζόταν Ιχθύς.
Δεν ήταν, όμως, έλατο όπως συνηθίζουμε, να στολίζουμε τώρα, αυτό το δένδρο, αλλά πεύκο.
Το στόλιζαν, μάλιστα, με χρυσά και ασημένια στολίδια και κουδούνια, με το ιερό τους ζώο, {λέοντα για την Κυβέλη και ιχθύ για την Αταργάτιδα}, στα κλαδιά του και θυσιαστικές προσφορές από κάτω.
Την δωδεκάτη ημέρα, από το στολισμό του, το έκαιγαν.
Οι Σκανδιναβοί, επίσης (Δανοί, Σουηδοί και Νορβηγοί), στην εορτή
“Υule”, στις 25 Δεκεμβρίου, προς τιμήν των θεών Οντίν(3) και Θωρ(4) στόλιζαν, πάλι, πεύκο.
                                                                                            Θωρ


                     Οντίν

                                                                                                                Θωρ
Η λέξη “Υule” σημαίνει τροχός και αντιπροσωπεύει, σαν λέξη, την στροφή του Ηλίου, προς το Βόρειο Ημισφαίριο, εγκαταλείποντας πίσω του την γραμμή του Τροπικού του Αιγόκερω, η οποία βρίσκεται σε απόσταση 32 μοιρών από τον Γήινο Ισημερινό. Την 25η, μάλιστα, Δεκεμβρίου την ονόμαζαν «μητέρα νύκτα» γιατί ήταν η αρχή του Νέου Έτους τους.
Θεωρούσαν ότι οι νεκροί επέστρεφαν, κατά την διάρκεια των δώδεκα ημερών, στην Γη μας, επειδή πίστευαν ότι οι Πύλες μεταξύ των δύο κόσμων άνοιγαν.
Μάλιστα, κατέγραφαν τα γεγονότα και τα καιρικά φαινόμενα των δώδεκα ημερών, λεπτομερώς και πίστευαν ότι, ό,τι συνέβαινε την κάθε ημέρα, θα ήταν χαρακτηριστικό για κάθε έναν από τους δώδεκα μήνες του χρόνου, στην καινούργια χρονιά.
Οι Έλληνες, θεωρούσαν ότι το δωδεκαήμερο αυτό ήταν αφιερωμένο «στον θνήσκοντα Θεό», ο οποίος αναγεννάται, στις 25 Δεκεμβρίου, δηλαδή, στον Διόνυσο (5).
Στο τέλος του δωδεκαημέρου ακολουθούσε το τελετουργικό κάψιμο του δένδρου, τις στάχτες, του οποίου, σκόρπιζαν στο χώμα, υπονοώντας τον θάνατο του Χειμώνα και την αρχή της ενδυναμώσεως της Γης και του Ηλίου.
Οι Δρυΐδες(6), αντί για πεύκο, στόλιζαν βελανιδιά.



Την εορτή τους την ονόμαζαν A gui l’an neuf, δηλαδή «στην Βελανιδιά το Νέο Έτος». Όλος ο κόσμος ερχόταν στο δάσος και ο αρχιερέας ανέβαινε στο δένδρο και έκοβε Ιξόν, όπως τον ονόμαζαν, με κλαδευτήρι χρυσό.
Το ιερό δένδρο Δρυς το θεωρούσαν την αρσενική αρχή της φύσεως και τον Ιξόν την θήλεια αρχή.
Οι Δρυΐδες ιερείς, έπαιρναν τον Ιξόν με μεγάλο σέβας και το Νέο Έτος τον μοίραζαν στον λαό λέγοντας: A gui l’an neuf, επειδή θεωρούσαν την βελανιδιά ιερή, θείο δώρο.
Αρκετοί, συνήθιζαν να βάζουν, στην κορυφή του Ιξού ή στον κορμό του, στεφάνι από κισσό, επειδή ο κισσός στεφάνωνε τον Διόνυσο και τον Όσιρι(7).
Το δένδρο δρυς ήταν εξίσου ιερό και στον Ελλαδικό χώρο. Στην Δωδώνη υπήρχε ιερή δρυς γύρω από την οποία οι ιερείς του, εκτελούσαν το τελετουργικό τους, γυμνόποδες, φορώντας μάλλινα, λευκά παντελόνια, σαν σκελέες και γίδινο γιλέκο.
Θεωρείτο η δρυς το ιερό δένδρο όλων των κεραύνιων θεοτήτων του ουρανού και της γονιμότητος.
Ο γάμος του Θεού της Δρυός Δία με την θεά της Δρυός Ήρα γιορταζόταν κάθε χρόνο σε ένα άλσος δρυών και οι λάτρεις φορούσαν στεφάνια από φύλλα δρυός.
Στεφάνι, επίσης, από φύλλα βελανιδιάς δινόταν σε εκείνους που έσωζαν την ζωή των συμπατριωτών τους ή σ’εκείνους που νικούσαν στους αγώνες των Πυθίων.
Η βελανιδιά ήταν ένα έμβλημα της Κυβέλης, του Σιλουανού και του Φιλήμονος στην Ελλάδα σαν δείγμα συζυγικής αφοσιώσεως και ευτυχίας.
Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, μαζί με την αναγέννηση του Ηλίου, ήταν πάντοτε μία σημαντική εορτή.
Ήταν η Dies natalis solis invicti (Η Γέννησις του Ανίκητου Ηλίου) του Μιθραϊσμού, όταν οι δυνάμεις του φωτός νικούν το σκοτάδι.
Στην Αίγυπτο ο Ηλιακός Θεός ξαναγεννιόταν, σαν Ώρος
(7) από την Ίσιδα(7).
Στην Αλεξάνδρεια ξαναγεννιόταν ο Όσιρις
(7).
Στην Βαβυλώνα ο Αστερισμός της Παρθένου ή αλλιώς του


Στάχεως, γεννούσε τον Ήλιο.
Στην Σκανδιναβική μυθολογία, ο Μπαλντούρ(8) εμφανίστηκε την αυγή της 25ης Δεκεμβρίου.
Στον Χριστιανικό εορτασμό η Παρθένος, Μητέρα Μαρία γεννά στην Φάτνη, τον Ιησού Χριστό και στις εκκλησίες, στην λειτουργία του Μεσονυχτίου, υπάρχουν αναμμένες λαμπάδες για την Παναγία και τον Σωτήρα του Κόσμου.

Παραπομπές


(1) Κυβέλη: Φρυγική και Λυδική θεότης καλούμενη και Κυβήβη και Άγδιστις, ήταν αντίστοιχη με την θεά Ρέα στην Ελληνική μυθολογία καλούμενη ακόμη και Ρέα – Κυβέλη. Κόρη της ήταν η Νικαία.
Η Κυβέλη ήταν θεά γενικά της άγριας φύσεως και των δημιουργικών δυνάμεων της Γης και της γονιμότητος. Ο Πίνδαρος την προσφωνεί «Κυβέλα, μάτερ θεῶν» (Διθύραμβου απόσπασμα 80).
Από τους σχετικούς με την θεά μύθους γνωστότερος ήταν ο του Άττιδος, του νεαρού ευνοούμενού της, που για να κατασιγάσει την βασανιστική ζηλοτυπία της θεάς έφθασε στο σημείο να αυτοευνουχισθεί. Η Κυβέλη στην συνέχεια μέσα σε θρήνους τον έθαψε αλλά αργότερα τον ανάστησε.
Κύρια πατρίδα της λατρείας της ήταν η πόλις Πεσσινούντα στην Άνω Φρυγία κοντά στο Σαγγάριο ποταμό.
Εκεί στο όρος Δίδυμο υπήρχε ιερός βράχος με το όνομα Άγδος, εξ ού και το όνομά της, Άγδιστις. Στο ίδιο όρος υπήρχε και το ιερό «άντρο» της θεάς, το αρχαιότερο όλων, όπου βρισκόταν, αντί ομοιώματός της, λατρευτικός λίθος ακατέργαστος (πιθανώς αερόλιθος), ο οποίος το 204 π.Χ. μεταφέρθηκε στην Ρώμη όπως επίσης και ο τάφος του αγαπημένου της εραστή Άττιος. Ακόμα δε και αργότερα όταν είχε σβήσει η παλαιά λάμψις της ακμάζουσας Φρυγίας η λατρεία της Κυβέλης διατηρούσε όλην την λαμπρότητά της. Τον πρώτο της ναό έκτισε στην Πισσινούντα ο βασιλιάς Μίδας τον οποίο αργότερα στόλισαν και πλούτισαν με αφιερώματα οι βασιλείς της Περγάμου καθώς και οι Ρωμαίοι. Από την πόλη αυτή στην αρχή διαδόθηκε η λατρεία της θεάς σε όλες τις ελληνικές αποικίες των Μικρασιατικών παραλίων (Έφεσο, Σμύρνη, Μίλητο) και από εκεί στην κυρίως Ελλάδα όπου μολονότι διαδόθηκε ταχύτατα και ταυτίσθηκε με την «μητέρα ανθρώπων τε θεών» Ρέα απέκτησε δικούς της ναούς κυρίως στην Θήβα, στην Αθήνα, στην Ολυμπία και στην Φυγαλεία.
Αντίθετα οι Ρωμαίοι διατήρησαν την λατρεία της ακριβώς όπως την παρέλαβαν από την Ανατολή μετονομάζοντας τους ιερείς, που οι Λυδοί αποκαλούσαν Κυβήδους σε Γάλλους.
Στην Αθήνα κατά τον μήνα Ελαφηβολιώνα (15 Μαρτίου -15 Απριλίου) τελούνταν τα Γαλάξια προς τιμήν της θεάς. Το όνομα της γιορτής προερχόταν μάλλον από το γεύμα της ημέρας το οποίο λεγόταν "γαλαξία" - χυλός από κριθαρένιο αλεύρι και γάλα -. Με την Μεγάλη Μητέρα είχαν σχέση και οι γιορτές Αττίδεια, Ταυροβόλιο και Κριοβόλιο
.

(2)
Ατάργατις. Αρχαία συριακή θεότης η οποία ταυτιζόταν με την Αστάρτη (αναφέρεται επίσης ως Αταγάνθη ή Αταργάτη). Ήταν θεά της γονιμότητος και η λατρεία της περιείχε λατρευτικούς τύπους σχετικούς με την διαδικασία της αναπαραγωγής. Κύριο λατρευτικό κέντρο της Αταργάτιδος ήταν η Ιεράπολις της Συρίας.

(3)
Ο Οντίν θεωρείται ο ανώτατος θεός στην Σκανδιναβική και Τευτονική Θρησκεία και μυθολογία.
Είναι γυιος της γιγαντίδος Μπέστλα (Bestla) και του Θεού Μπορ (Borr), ο ύπατος των Θεών Εσίρ(Aesir), πατέρας αρκετών εξ αυτών και δημιουργός του πρώτου ζεύγους της τωρινής γενεάς ανθρώπων (του Ασκ και της Έμπλα), διαμορφωτής των Εννέα Κόσμων της τευτονικής παραδόσεως από τα λείψανα του γίγαντος Ύμιρ (Ymir).
Ο ρόλος του, όπως πολλών θεών της Βορείου Παραδόσεως, είναι πολυσήμαντος: είναι ο θεός της Ποιήσεως, της Γνώσεως, της Εμπνεύσεως αλλά και του Πολέμου. Επίσης θεωρείτο θεός της Σοφίας και της Νικηφορίας. Τον επικαλούνταν για θεραπεία από διάφορες παθήσεις αλλά και οι πολεμιστές κατά την διάρκεια της μάχης.
Θυσίασε το ένα του μάτι για να αποκτήσει το δώρο της Προφητείας και - σύμφωνα με το Ισλανδικό έπος Havamal - κρεμάστηκε πάνω στο Δένδρο της Ζωής Υγκντράσιλ (Yggdrasil) και κεντήθηκε στο πλευρό με λόγχη για να κερδίσει σε αντάλλαγμα για λογαριασμό των Θεών και των ανθρώπων την γνώση των Ρουνών και την προφητική δύναμη.
Το όνομά του επίσης ποικίλει: Óðinn στα ισλανδικά, Oden στα σουηδικά, Wõden στα αγγλοσαξωνικά, Wuodan στα αλλεμανικά, Wotan ή Wothan στα γερμανικά, Godan στα λομβαρδικά.
Ιερά πλάσματά του ο λύκος, το κοράκι και ο ηλιακός αετός που φωλιάζει στο Δένδρο της Ζωής ως φως που συγκρούεται με το σκότος.
Ιερά εμβλήματά του το Τρισκελές (σύμβολο της πολλαπλότητας και της δημιουργικής ικανότητος, όμοιo με την σικελική trisquetra), ο λεγόμενος Οφθαλμός του Βόνταν (ένας ισοσκελής σταυρός μέσα σε κύκλο) και το θεϊκό δόρυ Γκούνγκνιρ (Gungnir) που δεν έσπαζε ποτέ (με αυτό θάβονταν οι άνδρες θρησκευτές του, αλλά και οι γυναίκες θρησκεύτριές του, οι οποίες το έφεραν σε μικρογραφία πάνω στις νεκρικές ζώνες τους ακόμη και στις ταφές του 7ου αιώνος στο Κεντ, όταν οι βασιλείς της επαρχίας είχαν ήδη κηρύξει απηνείς διωγμούς κατά των αρχαιοθρήσκων).

(4)
Ο Θωρ (Thor ή στα Γερμανικά Donar/Donner) είναι ο κοκκινομάλλης και γενειοφόρος θεός του κεραυνού και της αστραπής στην Γερμανική και Σκανδιναβική μυθολογία.
Είναι γυιος του Οντίν και της Γιορντ.
Ενώ ο Οντίν είναι θεός των ισχυρών και αριστοκρατικός, ο Θωρ είναι περισσότερο ένας κοινός άντρας, που συχνά συνασπίζεται με τους ανθρώπους εναντίον άλλων θεών.
Κατά την διάρκεια του Ράγκναροκ ο Θωρ θα σκοτώσει τον Γιόρμουνγκαντ (Jormungand) αλλά θα πεθάνει από το δηλητήριο του.
Ο Θωρ κατείχε ένα πολεμικό σφυρί, το Μγιόλνιρ (Mjollnir), το οποίο με μαγικό τρόπο επέστρεφε στον κάτοχό του, αφού έβρισκε τον στόχο του. Για τον χειρισμό του ο Θωρ φορούσε σιδερένια γάντια και μια ζώνη που διπλασίαζε την δύναμή του. Το όνομα Θωρ έδωσε το όνομά του στην ημέρα του Θωρ ή Τορ (Tor's Day ή Thor's Day) έδωσε το Thursday (δηλ. Πέμπτη) στα αγγλικά, το Donnerstag (που σημαίνει η ημέρα του κεραυνού) στα Γερμανικά, το Donderdag στα Ολλανδικά και το Torsdag στα Σουηδικά, Δανέζικα και Νορβηγικά.
 
(5) Στον Διόνυσο θα αναφερθώ στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο.
 

(6) Δρυίδες (Νέα Ακρόπολη): Η κοινωνία των Δρυίδων αποτελεί μέρος της πνευματικής κάστας των Αρχαίων Κελτών που περιλαμβάνει επίσης τους «Βάρδους - Ποιητές» και τους «Νομικούς - Νομοθέτες». Οι άλλες δύο κάστες της κελτικής κοινωνίας, που τοποθετείται χρονικά στην 1η χιλιετία π.Χ., είναι η αριστοκρατία των Πολεμιστών και ο απλός λαός.
Διακρίνουμε τους Κέλτες και επομένως τους Δρυίδες, των βρετανικών νησιών και κυρίως της Ιρλανδίας και αυτούς της «πέραν των Άλπεων» Γαλατίας ( Δυτ. Ευρώπη ως τις Άλπεις ). Ελάχιστες ιστορικές πηγές υπάρχουν από όπου θα μπορούσαμε να αντλήσουμε στοιχεία για τους Κέλτες και, συνεπώς, την ιδιαίτερη τάξη των Δρυίδων και απο αυτές η εγκυρότερη φαίνεται να είναι τα έργα του Ιουλίου Καίσαρα και του ιστορικού Τάκιτου.
Γενικότερα, Ρωμαίοι και Έλληνες ιστορικοί άφησαν κάποια στοιχεία που χάνουν όμως την αξία τους μέσα στην περιφρονητική, επικριτική και καθόλου φιλική διάθεση και στάση των παραπάνω απέναντι στους Κέλτες.
Η λέξη «Druid» ( = δρυίδης ) προέρχεται από τα «dru» και «vid» που σημαίνουν αυτόν που βλέπει καλά, τον οξυδερκή ή μεταφορικά τον μάγο. Κατά την Ιρλανδική παράδοση «druid» σημαίνει μάγος.
Πιθανώς εσφαλμένα ως τώρα η προέλευσις της λέξεως «χρεωνόταν» στο ελληνικό «δρυς» που σημαίνει την βελανιδιά, ένα δέντρο με ξεχωριστή, κατά τα άλλα, σημασία για τους Δρυίδες.
Οι Δρυίδες ήταν τα πλέον μορφωμένα άτομα της κέλτικης κοινωνίας.
Ο κύριος ρόλος τους ήταν αυτός του ιερέα, του θρησκευτικού λειτουργού που κατείχε τις θεολογικές γνώσεις και εκτελούσε τις θρησκευτικές τελετές.
Το πλήθος όμως και η ποικιλία των γνώσεών τους προσέδιδαν στους Δρυίδες και άλλες ικανότητες όπως του μάγου, του θεραπευτή, του ιστορικού, του μαθηματικού, του αστρολόγου, του αστρονόμου, του φιλοσόφου, του βασιλικού συμβούλου ή ακόμα και του δικαστή. 
Η ιδιότης του δρυίδη δεν ήταν κληρονομικό προνόμιο. Πλήθος νέοι μαθήτευαν πλάι στους Δρυίδες, λίγοι ήταν όμως αυτοί που μετά από πολυετή εκπαίδευση - μπορούσε να ξεπεράσει τα 20 χρόνια - και την τελική κρίση των Δρυίδων αποκτούσαν οι ίδιοι τον τίτλο. 

Υπήρχαν και γυναίκες δρυίδες, οι «δρυιδίδες» (druidess/ess).
Οι Δρυίδες ήταν απαλλαγμένοι από φόρους και στρατιωτικές υποχρεώσεις. Η γραφή ήταν γι' αυτούς απαγορευμένη για την ασφάλεια των γνώσεων που κατείχαν και η παράδοσις της σοφίας τους ήταν μόνον προφορική. Αυτός είναι ο κύριος λόγος της μεγάλης ελλείψεως ιστορικών στοιχείων για την κοινωνία τους.
Βασικά σημεία της θεωρίας του Δρυιδισμού ήταν η αθανασία της ψυχής, η μετενσάρκωσις και η μετεμψύχωσις.

Ο αριθμός 3 είχε ιερή σημασία για τους Δρυίδες.
Από μια πρωταρχική τριάδα θεών πλάστηκε ο κόσμος και προήλθαν όλες οι υπόλοιπες θεότητες (πολυθεϊσμός), τρεις είναι οι Κύκλοι της Ζωής, τρεις οι κόσμοι του ανθρώπου (σώμα - ψυχή - πνεύμα), με βάση το 3 είναι φτιαγμένα τα ρητά σοφίας που περιγράφουν την δρυιδική πίστη (Τριάδες). 
Στον Δρυιδισμό συναντούμε αρκετά σύμβολα.
Το γκυ,
φυτό με μαγικές και θεραπευτικές ιδιότητες που παρασιτεί στους κορμούς της βελανιδιάς, το τετράφυλλο τριφύλλι, σύμβολο μεγάλης καλοτυχίας, τον σταυρό θρησκευτικό σύμβολο, τον αετό σύμβολο του υπέρτατου Θεού, το πράσινο χρώμα σύμβολο της ελπίδας, το σκοτάδι σύμβολο άγνοιας, το φως σύμβολο της γνώσης, την Πεντάλφα σύμβολο κάποιας θεότητος και άλλα πολλά. Στα χρόνια του Καίσαρος Αυγούστου απαγορεύτηκε ο Δρυιδισμός και επί Καίσαρος Κλαυδίου οι Δρυίδες υπέστησαν  διωγμούς.
Τα παραπάνω μαζί με την εξάπλωση του Χριστιανισμού στην Ευρώπη συνετέλεσαν στην εξαφάνιση σιγά - σιγά της κοινωνίας των Δρυίδων όχι όμως και της πάνσοφης Δρυιδικής διδασκαλίας. Πραγματικά, η σοφία των Δρυίδων αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους κρίκους της Δυτικής Εσωτερικής Παράδοσης.


 (7) Όσιρις, (επίσης Ούζιρις, Αζάρ, Όζιρις, Ουζάρ, Ουεζίρ, Ουζαρέ) του οποίου το όνομα είναι αρχαιοελληνική μεταγραφή της αιγυπτιακής λέξης Ουεζίρ, εξομοιώθηκε με πολλές θεότητες του ελληνικού πάνθεου, κυρίως δε με τον Διόνυσο και τον Άδη.
Όντας αρχικά θεός της φύσης, ενσάρκωσις του πνεύματος της βλαστήσεως, που πεθαίνει κατά τον θερισμό και αναγεννάται όταν φυτρώνει ο σπόρος, ο Όσιρις λατρεύθηκε σε ολόκληρη την αρχαία Αίγυπτο ως θεός των νεκρών.
Με την ιδιότητα αυτή αναρριχήθηκε μέχρι την πρώτη σειρά του αιγυπτιακού πανθέου. 
Τα ιερογλυφικά κείμενα περιέχουν αρκετούς υπαινιγμούς σχετικά με τα έργα του θεού κατά την επίγεια ζωή του. Χάρη στον Πλούταρχο γνωρίζουμε τον μύθο του με αρκετή ακρίβεια.
Πρωτότοκος γυιος του Γκεμπ και της Νουτ, ο Όσιρις γεννήθηκε στις Θήβες της Άνω Αιγύπτου.
Αμέσως όταν συνέβη αυτό μία μυστηριώδης φωνή γνωστοποίησε στον κόσμο την έλευση του «Κυρίου του Σύμπαντος», προκαλώντας κραυγές χαράς. 

Όταν, όμως, έγιναν γνωστές οι συμφορές που τον απειλούσαν, η χαρά μετατράπηκε σε θρήνο. 
Όταν ο Ρα πληροφορήθηκε την γέννηση του Όσιρι, χάρηκε. Παρά το γεγονός ότι είχε καταραστεί την μητέρα του Νουτ να μην τον γεννήσει, τον κάλεσε κοντά του και τον αναγνώρισε ως κληρονόμο του θρόνου του. Ωραιότερος και ψηλότερος από όλους ο μελαχροινός, όπως περιγράφεται, Όσιρις διαδέχθηκε τον πατέρα του Γκεμπ στον θρόνο της Αιγύπτου, όταν εκείνος αποσύρθηκε στον ουρανό, αναγορεύοντας ως βασίλισσα την αδελφή του Ίσιδα. 
Πρώτο μέτρο του νέου θεϊκού φαραώ ήταν η κατάργησις της ανθρωποφαγίας, η μεταβολή του νομαδικού βίου και η μόνιμη εγκατάστασις όπως και η εκπαίδευσις των υπηκόων του στην τέχνη της κατασκευής γεωργικών εργαλείων για την καλλιέργεια της γης και την παραγωγή σιταριού και σταφυλιών. Με αυτά θα παρασκεύαζαν τα απαραίτητα για την διατροφή των ανθρώπων, δηλαδή τον άρτο, τον οίνο και τον ζύθο.
Ο Όσιρις εισήγαγε την λατρεία των θεών, ανήγειρε τους πρώτους ναούς, σμίλεψε τις πρώτες εικόνες των θεών, διατύπωσε την τελετουργική τάξη και επινόησε τα δύο είδη αυλών, που έμελλε να συνοδεύουν τα άσματα κατά την διάρκεια των εορτασμών.
Μετά από αυτό ίδρυσε πόλεις και νομοθέτησε για τον λαό του δίκαιους νόμους προσλαμβάνοντας την επωνυμία Ούνοφρις (ο καλός), με την οποία και είναι γνωστός ως τέταρτος θεϊκός Φαραώ. Κατ' εξοχήν εκπολιτιστής ο Όσιρις επιθύμησε εκτός της Αιγύπτου να εκπολιτίσει και τον υπόλοιπο κόσμο.
Αφήνοντας πίσω του την Ίσιδα, έφυγε για να κατακτήσει την Ασία, συνοδευόμενος από τον Θωθ, τον Άνουβι και τον Οφόι.
Εχθρός της βίας, προσεταιριζόταν υπό το σκήπτρο του, την μία χώρα μετά την άλλη, με μοναδικό όπλο την πραότητα και την μουσική.
Λέγεται πως αφόπλιζε τους κατοίκους με άσματα και μουσική από διάφορα μουσικά όργανα.
Επιστρέφοντας στην Αίγυπτο, έχοντας διατρέξει ολόκληρη την γη και διαδίδοντας παντού τον πολιτισμό βρήκε το βασίλειό του σε λαμπρή κατάσταση.
Η Ίσιδα είχε κυβερνήσει με σύνεση κατά την απουσία του. Ωστόσο, έπεσε θύμα της συνωμοσίας που προετοίμασε κρυφά ο αδελφός του Σετ, ο οποίος ήθελε να τον εκτοπίσει από τον θρόνο του. Στα εδάφια τα σχετικά με την Ίσιδα και τον Σετ υπάρχει λεπτομερής αφήγηση για πώς την 17η του μηνός Αθύρ, κατά το εικοστό όγδοο έτος της βασιλείας του, ο «καλός» θανατώθηκε και διαμελίστηκε από τους συνωμότες, καθώς και το πώς ανακάλυψε η πιστή σύζυγός του το σώμα του και το μετέφερε πίσω στην Αίγυπτο. Χρησιμοποιώντας την μαγεία της με την βοήθεια του Θωθ, του Άνουβι και του Ώρου η Ίσις κατόρθωσε να επαναφέρει στην ζωή τον Όσιρι. Εκείνος εμφανίσθηκε στην συνέχεια ενώπιον του δικαστηρίου των θεών, υπό την προεδρία του Γκεμπ, για να απαλλαχθεί τελικά από τις κατηγορίες του Σετ εναντίον του. 

Αναστημένος πλέον ο Όσιρις μπορούσε να επανακτήσει το θρόνο του και να εξακολουθήσει να βασιλεύει πάνω στους θνητούς.
Εκείνος, ωστόσο, προτίμησε να εγκαταλείψει την γη και να αποσυρθεί στα Ηλύσια Πεδία, όπου υποδεχόταν ευμενώς τις ψυχές των δικαίων και βασίλευε επί των νεκρών.
Όπως είναι φυσικό, η υπόσχεσις της αναστάσεως και της αιώνιας υπάρξεως προσέδωσε ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα στην λατρεία του Όσιρι. 

Δόθηκαν στο παρελθόν αρκετές ερμηνείες για τον μύθο του Όσιρι. Θεωρήθηκε πνεύμα της βλαστήσεως που πεθαίνει και αναγεννάται αδιάκοπα, καθώς ο Όσιρις συμβολίζει το σιτάρι, το αμπέλι και τα δέντρα.
Συμβολίζει επίσης τον Νείλο που κάθε χρόνο πλημμυρίζει, το φως του ήλιου που σβήνει κάθε βράδυ και αναγεννάται λαμπρό κάθε αυγή.
Η εχθρότης μεταξύ των δύο αδελφών Όσιρι και Σετ θεωρείται πως συμβολίζει την τάση της ερήμου να καλύψει με άμμο την καλλιεργημένη γη, τις καταστρεπτικές εξορμήσεις των καυτών ανέμων κατά της βλαστήσεως, την αέναη επίθεση της ξηρασίας εναντίον του γονιμοποιού νερού, τον πόλεμο του σκότους εναντίον του φωτός. 

Τιμώμενος σε ολόκληρη την Αίγυπτο, μαζί με την σύζυγό του Ίσιδα και τον γιο του Ώρο, με τους οποίους σχημάτιζε την οσιρική τριάδα, λατρευόταν ιδιαίτερα στην Άβυδο, όπου οι ιερείς έδειχναν στους απειράριθμους προσκυνητές τον τάφο του.
Οι πιστοί θεωρούσαν εαυτόν ευτυχή, αν κατόρθωναν να εξασφαλίσουν, κοντά στο ιερό του, τόπο ταφής, ή τουλάχιστον την άδεια να στήσουν εκεί αναθηματική στήλη με το όνομά του, καθώς πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζαν την εύνοια του «Καλού» στον άλλο κόσμο. 

Ο Ώρος – όπως μεταγράφηκε από τους Έλληνες το Hor– ήταν ηλιακός θεός της αιγυπτιακής μυθολογίας.
Ταυτιζόταν με τον Απόλλωνα και απεικονίζονταν ως γεράκι ή άνθρωπος με κεφαλή γερακιού.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο η επέτειος της γεννήσεώς του εορτάζονταν την τελευταία μέρα του μηνός Επηφί (Ιουνίου), όταν τα ουράνια σώματα του Ηλίου και της Σελήνης βρίσκονταν σε συζυγία. 

Οι Αιγύπτιοι ονόμαζαν το γεράκι με τη λέξη χορ, ομόηχη μιας άλλης, που σημαίνει «ουρανός». Επειδή το γεράκι πετά σε μεγάλα ύψη, φαντάζονταν τον ουρανό ως θεϊκό γεράκι, τον δε Ήλιο και την Σελήνη ως τα μάτια του.
Το γεγονός ότι το γεράκι απεικονίζεται σε μνημεία εξαιρετικής αρχαιότητος στην αρχαία Αίγυπτο οδηγεί στην υπόθεση μίας λατρείας με πολλούς και ιδιαίτερα ισχυρούς πιστούς που λάτρευαν το γεράκι, το οποίο απεικονίζονταν ακόμη και στα προϊστορικά μνημεία. Η αιώνια αντίθεσις μεταξύ ερέβους και φωτός συμβολίζεται με αιώνιες συγκρούσεις,

Σεθ και Ώρος

κατά τις οποίες ο μεν Σετ έβγαλε το ένα μάτι του Ώρου, ενώ ο δεύτερος ευνούχισε τον αμείλικτο εχθρό του.
Το δικαστήριο των θεών έλυσε την διαφορά υπέρ του θεού γερακιού, ο οποίος, από το τέλος της δεύτερης δυναστείας εμφανίζεται μόνος και αποκλειστικός θεϊκός πρόγονος των Φαραώ, στο πρωτόκολλο των οποίων αναφέρεται με την επωνυμία Χορ Νουμπτί, «Ώρος, ο νικητής του Σετ».


Όσιρις - Ώρος - Ίσις

(8)Ο Θωρ είναι, όπως ανέφερα, ένας θεός που βρίσκεται πολύ κοντά στον άνθρωπο. Παρ' όλη τη θεϊκή του υπόσταση και την πολεμική του διάσταση προστατεύει τους αδύναμους και κυκλοφορεί συχνά στον κόσμο τον ανθρώπων, την Μίντγκαρντ.
Δεν είναι μάλιστα και λίγες οι φορές που συνασπίζεται με τους θνητούς εναντίον άλλων θεών.

Μεγάλος αντίπαλός του είναι ο Λόκι, ένας θεός που συνδυάζει στοιχεία που στο ελληνικό δωδεκάθεο τα συναντάμε στον Ήφαιστο και τον Ερμή. Είναι πανούργος, απατεώνας αλλά συγχρόνως είναι και προστάτης της φωτιάς. Ένα χαρακτηριστικό που είναι αμιγώς δικό του είναι ότι αποτελεί την πηγή του κακού, της ίδιας της καταστροφής των θεών. Αυτός, λοιπόν, αφού σκοτώσει με δόλο τον θεό του φωτός Μπαλντούρ θα ελευθερώσει τον αιώνιο εχθρό του Θωρ, τον δράκο Jormungande.Τότε θα είναι και η εποχή του Ράνκαροκ, του Λυκόφωτος των θεών, του τέλους, δηλαδή, του κόσμου.
Οι γίγαντες της φωτιάς υπό τον Λόκι θα βαδίσουν εναντίον των θεών και ο δράκος Jormungande θα βρεθεί για ύστατη φορά απέναντι στον Θωρ.
Ο δυνατότερος δαίμονας ενάντια στον δυνατότερο θεό.
Η μάχη θα είναι αμφίρροπη και όλος ο κόσμος θα φωτιστεί από τις λάμψεις των κεραυνών και θα αντηχεί τις κραυγές των δύο μονομάχων. Τελικά ο θεός θα νικήσει αλλά η νίκη του αυτή θα σημάνει και τον δικό του θάνατο, αφού, με την τελευταία του πνοή, ο δράκος θα τον πνίξει.
         (*)





Καλές εορτές
                                                             Ευγενία

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Βικιπαίδεια - Εικόνες
Εγκυκλοπαίδεια Υδρία, τόμος 33
ΛΕΞΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΩΝ - ΤΖ.ΚΟΥΠΕΡ – Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος
Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Π. Δρανδάκης
Μύθοι των Κελτών, εκδ. Παπαδήμα
Πάπυρος Larousse Britannica, τόμος 33
Παγκόσμια Ιστορία Εκδοτική Αθηνών
Παγκόσμια Μυθολογία Felix Guirand, εκδ. οίκος Βίβλος

Παγκόσμια μυθολογία, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα. Χριστόπουλος Γ. - Μπαστιάς Ι(εκδ.)1989, 
Περιοδικό Ιστορία
Τα Κέλτικα Μυστήρια, Τζών Σάρκεϋ, εκδ. Πύρινος κόσμος. 

ΩΓΥΓΙΑ – Αθανασίου Σταγειρίτη – Εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις
Egyptian Mythology, Newnes Books, London.Ions Veronica 1968 

Larousse Encyclopedia of Mythology 1968, 23. 
New Larousse Encyclopedia of Mythology, Crescend Books, New York. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου